Poezia e Panajot Bolit lind nga kujtesa, natyra,nostalgjia dhe momentet e vogla të përditshme-Nga  Eli  Llajo poete


 

 
 
 
 
 
 
 
 
 
Poezia e Panajot Bolit lind nga kujtesa, natyra,nostalgjia dhe momentet e vogla të përditshme
 
Nga  Eli  Llajo
      poete
 
 Duke lexuar përmbledhjen poetike «Sekreti i diellit» të Panajot Bolit dhe veçanërisht poezitë si «Te Harku i Vjetër», «Aroma e luleve», «Nesër…» dhe «Mëngjes i mpirë», shpesh ndjeva sikur po ecja sërish në shtigjet e fshatit tim. Pamjet, aromat, burimet e vjetra, kopshtet, mjegullat dhe njerëzit që jetojnë brenda vargjeve të tij, më kujtuan me forcë fëmijërinë time dhe ato kohë kur varfëria ekzistonte, por nuk arrinte të mposhtte njerëzoren dhe ngrohtësinë e njerëzve. Poeti shkruan në një mënyrë autentike dhe të thjeshtë. Nuk kërkon të impresionojë me fjalë të ndërlikuara; e lë ndjenjën të rrjedhë natyrshëm, si uji i burimit të vjetër të fshatit. Dhe kjo është ajo që prek më shumë lexuesin. Në poezinë «Te Harku i Vjetër», uji nuk freskon vetëm buzët, por edhe kujtesën. Çezma “murmuron”, sikur ende mban zërat e njerëzve të dashur, ndërsa nostalgjia ulet mbi gurë si një shoqëruese e heshtur e poetit.
Te «Aroma e luleve», natyra shndërrohet në një trup të gjallë plot frymëmarrje dhe kujtime. Lulet “vijnë me aromën në dorë”, shpatet zgjohen si figura njerëzore dhe dashuria kalon përmes aromave të vendit dhe pafajësisë së viteve të fëmijërisë. Përmes këtyre imazheve, poeti i shndërron momentet më të thjeshta në përjetime të thella shpirtërore. Në poezinë «Nesër…», mjegulla fiton pothuajse një trup njerëzor. Ajo fsheh diellin, i lë lulet pa ngjyrë dhe e mban natyrën në heshtje, sikur pret diçka që vonon të vijë. Megjithatë, pas kësaj turbullire ekziston gjithmonë shpresa. Trëndafili që i kushtohet gruas së dashur bëhet simbol pritjeje dhe drite. Poeti beson se “nesër” dielli do të kthehet dhe bashkë me të do të zgjohet sërish aroma e jetës. Veçanërisht prekës është edhe «Mëngjes i mpirë», ku përditshmëria e fshatit paraqitet me njerëzi të thellë. Oxhaqet, harabelat, të moshuarit me dhimbje në eshtra, era e ftohtë dhe dritaret gjysmë të mbyllura krijojnë imazhe të njohura dhe të vërteta.
Poeti nuk shkruan vetëm për natyrën apo dashurinë; ai shkruan edhe për njerëzit e thjeshtë që mbajnë në heshtje jetën. Më ka prekur veçanërisht edhe vjersha per bukuvallën, ajo lojë e vogël fëmijësh e bërë me një shami dhe e shoqëruar me këngën: “bukuvallë, bukuvallë, dy qen të mëdhenj na pinë qumështin…” Brenda këtyre vargjeve të thjeshta fshihet gjithë pafajësia e një kohe tjetër. Një kohe të varfër, por plot fantazi, shoqëri dhe ngrohtësi njerëzore. Poeti nuk kërkon vetëm emocionet e mëdha, por edhe gjurmët e vogla të fëmijërisë. Fjalë, lojëra dhe këngë popullore, si “bukuvalla”, bëhen bartëse të kujtesës dhe të së vërtetës shoqërore. Përmes tyre shfaqet varfëria e një kohe tjetër, jo e zhveshur dhe e ashpër, por e veshur me pafajësinë, kolektivitetin dhe fuqinë e imagjinatës së fëmijëve. Edhe fjala “bukuvallë” vetë ka një forcë të madhe poetike. Është një nga ato fjalë që mbajnë erë fshati, oborri fëmijësh, duar gjysheje, momente që i kam jetuar dhe i ndiej plotësisht. Dashuria gjithashtu kalon nëpër vargjet e tij me butësi dhe dhimbje njëkohësisht. “Të pashë mbrëmë në ëndërr dhe nga dhimbja thirra emrin tënd” — një varg i thjeshtë, por thellësisht njerëzor, që mbart mallin e mungesës dhe largësisë. Përdorimi i fjalëve si “mbrëmë” e mban gjallë gjuhën popullore dhe i jep shkrimit një muzikë të natyrshme dhe të vërtetë.
POEZIA ‘KERKOJ NJË ADRESË’ është poezia e fundit e përmbledhjes:
Në rrugët e shpirtit endem kërkoj e kërkoj një adresë,
Thjesht ku banon kjo dashuri, ku?
Ku banon kjo bukuri e kaltër si safir?
I lodhur në rrugë, me lot, dhemb, duroj,
 Nuk kthehem pas,
Shpirtin e lut vazhdimisht të më tregojë,
Ai, me zë të ulët, më thotë: “Është sekret”.
Duke buzëqeshur, pastaj, më shikon me dinakëri:
Mos u lodh, kërko në çdo qoshe, kudo.
Po të them unë, është këtu brenda meje, të do,
Është ndërtesa më e bukur e kësaj bote.
Dhe nëse ndonjëherë e gjen këtë adresë, mos trokit fort në derë, i them poetit…… Poema lëviz si një udhëtim i brendshëm; një njeri kërkon në rrugët e shpirtit “adresën” e dashurisë dhe bukurisë. Kjo nuk është e lehtë; ka dhimbje, lodhje dhe lot, por edhe këmbëngulje. Ajo që prek më shumë është se përgjigjja nuk vjen nga bota jashtë, por nga vetë shpirti. Dashuria e vërtetë ndodhet aty, si “ndërtesa më e bukur e kësaj bote”. Poezia mbyllet me një ndjesi butësie, drite të brendshme dhe shprese të qetë — një mënyrë e bukur për të mbyllur një libër. që shumica i kalojnë pa u ndalur. Dhe ndoshta për këtë prek kaq thellë: sepse brenda vargjeve të tij gjejmë diçka nga fshatrat tona, nga humbjet tona, nga fëmijëria jonë dhe nga emocionet më të fshehta të shpirtit. Dhe ndërsa lexoj vargjet e tij, më duket sikur dëgjoj një burimin që pikon…diku atje ne fshatin tim ne Janicat.
 
Eli Llajo Poete.
 
 
 
 
 
 
 
 
 
Η ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΜΠΟΛΗ ΓΕΝΝΙΕΤΑΙ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗ ΜΝΗΜΗ,ΤΗ ΦΥΣΗ,, ΤΗ ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΜΙΚΡΕΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΕΣ  ΣΤΙΓΜΕΣ
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΛΗ  ΛΑΓΙΟΥ
Διαβάζοντας την ποιητική συλλογή «Το μυστικό του ήλιου» του Παναγιώτη Μπόλη και ιδιαίτερα ποιήματα όπως «Στην παλιά Καμάρα», «Το άρωμα των λουλουδιών», «Αύριο…» και «Μουδιασμένο πρωί», ένιωσα πολλές φορές σαν να περπατώ ξανά στα μονοπάτια του δικού μου χωριού. Οι εικόνες, οι μυρωδιές, οι παλιές βρύσες, οι κήποι, οι ομίχλες και οι άνθρωποι που ζουν μέσα στους στίχους του, μου θύμισαν έντονα τα παιδικά μου χρόνια και εκείνες τις εποχές όπου η φτώχεια υπήρχε, αλλά δεν κατάφερνε να νικήσει την ανθρωπιά και τη ζεστασιά των ανθρώπων. Ο ποιητής γράφει με τρόπο αυθεντικό και ανεπιτήδευτο. Δεν επιδιώκει να εντυπωσιάσει με περίπλοκες λέξεις· αφήνει το συναίσθημα να κυλήσει φυσικά, σαν το νερό της παλιάς βρύσης του χωριού. Κι αυτό είναι που αγγίζει περισσότερο τον αναγνώστη. Στο ποίημα «Στην παλιά Καμάρα», το νερό δεν δροσίζει μόνο τα χείλη, αλλά και τη μνήμη. Η κάνουλα «μουρμουρά» σαν να κρατά ακόμη φωνές αγαπημένων ανθρώπων, ενώ η νοσταλγία κάθεται πάνω στις πέτρες σαν βουβός σύντροφος του ποιητή.
Στο «Άρωμα των λουλουδιών», η φύση γίνεται ένα ζωντανό σώμα γεμάτο ανάσες και μνήμες. Τα λουλούδια «έρχονται με το άρωμα στο χέρι», οι πλαγιές ξυπνούν σαν ανθρώπινες μορφές και ο έρωτας περνά μέσα από τις μυρωδιές του τόπου και την αθωότητα των παιδικών χρόνων. Μέσα από τέτοιες εικόνες, ο ποιητής μεταμορφώνει τις πιο απλές στιγμές σε βαθιά βιώματα ψυχής.
Στο ποίημα «Αύριο…», η ομίχλη αποκτά σχεδόν ανθρώπινη υπόσταση. Κρύβει τον ήλιο, αφήνει τα λουλούδια άχρωμα και κρατά τη φύση σιωπηλή, σαν να περιμένει κάτι που αργεί να έρθει. Κι όμως, πίσω από αυτή τη θολούρα υπάρχει πάντα η ελπίδα. Το τριαντάφυλλο που προορίζεται για την αγαπημένη γυναίκα γίνεται σύμβολο προσμονής και φωτός. Ο ποιητής πιστεύει πως «αύριο» ο ήλιος θα επιστρέψει και μαζί του θα ξυπνήσει ξανά το άρωμα της ζωής.
Ιδιαίτερα συγκινητικό είναι και το «Μουδιασμένο πρωί», όπου η καθημερινότητα του χωριού αποτυπώνεται με βαθιά ανθρωπιά. Οι καμινάδες, τα σπουργίτια, οι ηλικιωμένοι άνθρωποι με τους πόνους στα κόκκαλα, το παγωμένο αγέρι και τα μισόκλειστα παντζούρια δημιουργούν εικόνες οικείες και αληθινές. Ο ποιητής δεν γράφει μόνο για τη φύση ή τον έρωτα· γράφει και για τους απλούς ανθρώπους που κουβαλούν σιωπηλά τη ζωή.
Ξεχωριστή συγκίνηση μου προκάλεσε και η αναφορά στη «μπουκουβάλα», εκείνο το μικρό παιχνίδι που φτιαχνόταν μ’ ένα μαντιλάκι και συνοδευόταν από το παιδικό τραγουδάκι:
«Μπουκουβάλα, μπουκουβάλα,
δυο σκυλιά μεγάλα
μας ήπιαν το γάλα…».
Μέσα σε αυτούς τους απλούς στίχους κρύβεται ολόκληρη η αθωότητα μιας άλλης εποχής. Μιας εποχής φτωχικής, αλλά γεμάτης φαντασία, παρέα και ανθρώπινη ζεστασιά. Ο ποιητής δεν ξεχνά αυτές τις μικρές στιγμές και γι’ αυτό τα ποιήματά του αποκτούν αλήθεια.
«Ο ποιητής δεν αναζητά μόνο τις μεγάλες συγκινήσεις, αλλά και τα ταπεινά αποτυπώματα της παιδικής ηλικίας. Λέξεις, παιχνίδια και μικρά λαϊκά τραγουδίσματα, όπως η “μπουκουβάλα”, γίνονται φορείς μνήμης και κοινωνικής αλήθειας. Μέσα από αυτά αναδύεται η φτώχεια μιας άλλης εποχής, όχι όμως γυμνή και σκληρή· ντυμένη με την αθωότητα, τη συλλογικότητα και τη δύναμη της παιδικής φαντασίας.»
Και η λέξη «μπουκουβάλα» από μόνη της έχει μεγάλη ποιητική δύναμη. Είναι από εκείνες τις λέξεις που μυρίζουν χωριό, παιδική αυλή, χέρια γιαγιάδων, στιγμες που τις έζησα και τις νιώθω απόλυτα .
Ο έρωτας επίσης περνά μέσα από τους στίχους του με τρυφερότητα και πόνο μαζί. «Σε είδα εψές στο όνειρό μου κι από πόνο φώναξα τ’ όνομά σου» — ένας στίχος λιτός, αλλά βαθιά ανθρώπινος, που κουβαλά τον καημό της απουσίας και της απόστασης. Η χρήση λέξεων όπως το «εψές» κρατά ζωντανή τη λαϊκή προφορικότητα και δίνει στη γραφή του μια αυθεντική, γήινη μουσικότητα.
ΨΆΧΝΩ ΜΙΑ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ είναι το τελευταίο ποίημα της ποιητικής συλλογής
Στους δρόμους της ψυχής τριγυρνώ
ψάχνω και ψάχνω μια διεύθυνση, απλά
πού να κατοικεί αυτή η αγάπη, πού;
Πού κατοικεί η ζαφειρένια ομορφιά;
 
Κουρασμένος στους δρόμους, με δάκρυα,
πονώ, αντέχω, πίσω δεν κάνω, δε γυρνώ,
την ψυχή παρακαλώ συνέχεια να μου πει,
αυτή, ψιθυριστά, μου λέει: «Είναι μυστικό».
 
Χαμογελώντας, μετά, με κοιτάει με πονηριά.
-Μη κουραστείς, ψάξε σε κάθε γωνιά, παντού.
Στο λέω εγώ, εδώ μέσα μου είναι, σε λατρεύει,
είναι το πιο ωραίο κτίριο του κόσμου αυτού.
 
Κι αν ποτέ τη βρεις αυτή τη διεύθυνση,
μη χτυπήσεις δυνατά την πόρτα λέω εγώ στον ποιητή.
Το ποίημα κινείται σαν μια εσωτερική περιπλάνηση∙ ένας άνθρωπος ψάχνει μέσα στους δρόμους της ψυχής του τη «διεύθυνση» της αγάπης και της ομορφιάς. Η αναζήτηση αυτή δεν είναι εύκολη· έχει πόνο, κούραση και δάκρυα, αλλά και επιμονή.
Ιδιαίτερα συγκινητικό είναι πως στο τέλος η απάντηση δεν έρχεται από τον κόσμο γύρω, αλλά από την ίδια την ψυχή. Εκεί κρύβεται η αληθινή αγάπη, σαν το «πιο ωραίο κτίριο του κόσμου αυτού». Το ποίημα αφήνει μια αίσθηση τρυφερότητας, εσωτερικού φωτός και ήρεμης ελπίδας  ένας όμορφος τρόπος να κλείνει ένα βιβλίο.
που οι περισσότεροι προσπερνούν. Και ίσως γι’ αυτό αγγίζει τόσο πολύ: γιατί μέσα στους στίχους του βρίσκουμε κάτι από τα δικά μας χωριά, τις δικές μας απώλειες, τα παιδικά μας χρόνια και τις πιο κρυφές συγκινήσεις της ψυχής μας.
Κι όπως διαβάζω τους στίχους του,σαν να ακούω το πηγάδι να στάζει εκεί στο χωριό..το Γιαννιτσάτι..
Έλλη Λάγιου
Ποιήτρια.